Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
01/04/2010

Η γοητεία των φάρων

«Έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία οι Φάροι. Η μοναξιά τους προκαλεί τη φαντασία και η ιστορία τους συχνά γίνεται θρύλος. Όταν τους αντικρίζεις, καθώς το πλοίο σχίζει τα νερά του πελάγους, είναι αδύνατον το βλέμμα να μην αγκιστρωθεί πάνω τους, να μην πλάσει μια ιστορία».

 

Συνεχίζοντας αυτή την ερασιτεχνική – ταπεινή προσπάθεια προώθησης της ναυτικής κουλτούρας της Κεφαλονιάς, αλλά και της πατρίδος μας ευρύτερα, όπως αντιληφθήκατε αγαπητοί αναγνώστες, σε αυτή τη δοκιμή θα ασχοληθούμε με τη σιωπηλή «Γοητεία των Φάρων». Στα προηγούμενα άρθρα μας αναφερθήκαμε στην πολυποίκιλη συμβολή της Κεφαλονιάς στα ναυτικά και τα ναυτιλιακά δρώμενα. Όμως χωρίς τα «Σημάδια», κατά τον πλοίαρχο και συγγραφέα κ. Μ. Παρίση, η ναυσιπλοία θα χαρακτηριζόταν εξαιρετικά επίπονη και κάποιες φορές επικίνδυνη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, θα επιχειρήσουμε παρακάτω να αναλύσουμε τη λειτουργική από ναυτική άποψη, αλλά και την πολιτιστική και ρομαντική εικόνα των φάρων.

Στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, οι φάροι είναι ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα μνημεία που δίνουν το στίγμα της περίοπτης θέσης που κατείχε ανέκαθεν η χώρα στην παγκόσμια ναυτική ιστορία. Πολλοί έχουν αποσυρθεί πια από τη ζωή, άλλοι εγκαταλείφθηκαν, αλλά όλοι προκαλούν κάποια βλέμματα στοργής. Το ελληνικό φαρικό δίκτυο αριθμεί σήμερα 120 παραδοσιακούς φάρους μέσης ηλικίας περίπου 2 αιώνων. Οι μεγαλύτερες καταστροφές προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα κατά την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Το 1940 υπήρχαν 206 πέτρινοι φάροι, ενώ μετά το τέλος του πολέμου απέμειναν σε λειτουργία, δυστυχώς, μόνον οι 19.

Είναι παράξενο, αλλά οι φάροι ασκούσαν πάντα μια ιδιάζουσα γοητεία στους ανθρώπους. Η «στίλβουσα σιωπή» τους έχει χρησιμοποιηθεί με πληθωρικό τρόπο στη λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι τον Λαμαρτίνο και από τον Καρκαβίτσα και τον Εμπειρίκο μέχρι τους Βατικιώτες λογοτέχνες Γιώργο Παπούλια και Ελένη Σαραντίτη. Βέβαια, η ιστορία των φάρων στα νερά του Αρχιπελάγους και της Κρήτης τουλάχιστον, είναι παλιά και ξεκινά από το 1650. Γύρω στα 1800 στα λιμάνια της Ρόδου, των Χανίων, της Μυτιλήνης και του Πειραιά υπήρχαν φάροι με διαφορετική λειτουργία και μορφή. Πλησιάζοντας στο 19ο αιώνα, οι ανάγκες της ναυτιλίας επέβαλαν την ανάπτυξη οργανωμένου δικτύου φάρων. Έτσι, γύρω στα 1829, λίγο μετά την Επανάσταση, καταγράφεται στους διεθνείς καταλόγους της εποχής, ο πρώτος επίσημος ελληνικός φάρος στο λιμάνι της Αίγινας. Την ίδια περίπου εποχή ο Κωνσταντίνος Μπαζίλι, Ρώσος διπλωμάτης στο ναυτικό, μαζί με τον ναύαρχο Ρίκορντ ακολουθούσαν την ακτή γύρω από τον Κάβο Μαλιά. Βέβαια, ούτε που φαντάζονταν ότι το φωτάκι του μυστηριώδους γέροντα με την άσπρη γενειάδα θα έδινε σήμερα τη θέση του σε έναν μεγαλοπρεπή φάρο. Ούτε που υποψιάζονταν ότι μερικά χρόνια αργότερα, το 1883, ένα μεγάλο «πέτρινο αστέρι» ύψους 15 μέτρων θα φώτιζε τη σκοτεινή θάλασσα, δίνοντας ασφάλεια και παρηγοριά στους ναυτικούς.

Δεν είναι μύθος η άγρια γήινη και θαλασσινή εικόνα του Κάβου (Καβο – Μαλιάς). Οι μύθοι, άλλωστε, αφορούν τους ανθρώπους και τις πράξεις τους. Ο Κάβος και η θάλασσά του είναι πραγματικά στοιχεία της φύσης, απαράλλαχτα στους αιώνες. Όσοι έχουν την εμπειρία του, βρίσκουν με έκπληξη πόσο αυτή μοιάζει με την αρχαιότερη, την πρώτη περιγραφή του στην Οδύσσεια πριν 3.000 χρόνια, όπου ο Νέστορας διηγείται στον νεαρό Τηλέμαχο τι έπαθε ο Μενέλαος στην προσπάθειά του να περάσει τον Κάβο – Οδύσσεια γ’ 86-290, σε απόδοση του Εφταλιώτη στη δημοτική:

«Μα όταν κι αυτός στα μελανά
τα πέλαγα όξω βγήκε
με τα γοργά καράβια του,
και στο βουνό Μαλέα
κατέβηκε αρμενίζοντας,
τότες φριχτό ταξίδι
ο Δίας ο βροντόφωνος 
του τοίμασε, με ανέμους
που σφυριχτοί φυσούσανε 
και κύματα σηκώναν
μέσα στην άγρια θάλασσα, 
πελώρια ίσα με όρη»

Και οκτώ αιώνες μετά τον Όμηρο, ο Στράβωνας καταγράφει ως διαδεδομένη παροιμία του καιρού του το γνωστό: «Μαλέαν δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε». Και οι δύο αυτές περιγραφές, με τους χρόνους που καταγράφηκαν, και η συνεχής εμπειρία του Κάβου από τους Έλληνες ναυτικούς μέχρι σήμερα δείχνουν το βάθος της θαλασσινής μας παράδοσης, πολυαίωνης και μοναδικής στον κόσμο. 

Φάροι & Κεφαλονιά 

Όλη η Ελλάδα με τα αναρίθμητα νησιά και τις χερσονήσους της απαριθμεί δεκάδες μικρούς ή μεγάλους, γνωστούς ή άγνωστους φάρους. Σαν Κεφαλονίτες Καραβολάτρες όμως, αισθανόμαστε την ανάγκη να επικεντρώσουμε τη σκέψη μας στους αρχαιότερους και σημαντικότερους φάρους του νησιού μας. 

Από το 1830 στα Επτάνησα, που τα χρόνια εκείνα ελέγχονταν από τις βρετανικές δυνάμεις, λειτούργησαν οι πρώτοι κτισμένοι, βάσει συγκεκριμένων σχεδίων του ευρωπαικού φαρικού δικτύου, φάροι και μετέτρεψαν το πέλαγος σε ασφαλή και γνώριμο θαλασσινό δρόμο. Πειστήρια σιγουριάς στα Ιόνια υγρά μονοπάτια, έθεταν όρια στη γαλάζια έκταση και παράλληλα προειδοποιούσαν για τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Παρά τη μη συμφωνία μας με τα αίτια που παρακίνησαν τους Δυτικούς να κατακτήσουν την Ελλάδα, αναγνωρίζουμε εντούτοις την αξία των έργων τους στη γη μας και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αξία των πέτρινων φάρων των αρχών του 19ου αιώνα στα νησιά του Ιονίου.

Ο δεύτερος φάρος στα Επτάνησα (ο πρώτος κτίσθηκε το 1822 στο φρούριο της Κέρκυρας), και κατ’ επέκταση στις αιώνια ελληνικές θάλασσες, ήταν αυτός της νησίδας των Βαρδιάνων. Υψίκορμο σώμα, κτισμένο το 1824 από πέτρα στο ομώνυμο νησάκι νότια της χερσονήσου της Πάλλης, κόστισε 753 λίρες – εκτός του φανού με το φως που έφθανε τα 15 με 20 ναυτικά μίλια – είχε ύψος 85 πόδια και εσωτερικά πετροπελεκημένα σκαλοπάτια, φωλιασμένα στον τοίχο, που οδηγούσαν στην κορυφή. Λειτουργούσε με φωτιστικό πετρέλαιο και το σύστημα περιστροφής του ήταν χειροκίνητο. Καταστράφηκε το 1941 όταν οι Ιταλοί τον έβαλαν στόχο και λίγα χρόνια μετά, οι σεισμοί του 1953 ήλθαν αρωγοί στο «κατόρθωμα» των Δυτικών κατακτητών. Σήμερα, από τον δωρικού ρυθμού πύργο έχουν απομείνει οι πέτρες της βάσης δίπλα στο σύγχρονο και άνευ αισθητικής κατασκεύασμα, που με ενεργειακή πηγή το αέριο, προειδοποιεί για την ύπαρξη του έρημου νησιού στην είσοδο του κόλπου Αργοστολίου – Λιβαδίου. Στην πρώτη εξάδα των φάρων της θάλασσας των Επτά Νησιών ήταν και άλλος ένας, στην Κεφαλονιά και αυτός, τα θεμέλια του οποίου τέθηκαν στις 12 ή 13 Μαρτίου 1829 και ο Μάιος του ίδιου χρόνου σήμανε το πέρας της όλης κατασκευής. Κυκλόσχημος, δωρικού ρυθμού, περιστοιχισμένος από κιονοστοιχία με 22 μονόπετρες κολώνες ύψους 12 ποδιών, έστεκε στο ακρότατο σημείο της χερσονήσου της Βλύχας. Η κορυφή ήταν στεφανωμένη με πέτρινο κιγκλίδωμα και στήριζε χαμηλό θόλο και φανό σταθερού λευκού φωτός, ορατό μέχρι 4 ναυτικά μίλια. Το θαυμαστό σε καλαισθησία και συμμετρία οικοδόμημα κατεστράφη πρώτα από το σεισμό του 1867 και μετά από αυτούς του 1953. Ανοικοδομήθηκε με σίδερο και τσιμέντο, σε παρόμοιο με το αρχικό σχέδιο και με φανό κατοπτρικό, σουηδικού τύπου AGA (Αυτόματος Φωτισμός με Ασετυλίνη) και αποτελεί ακόμη και σήμερα τοπόσημο του Αργοστολίου, γνωστό με το όνομα Φάρος των Αγίων Θεοδώρων. 

Γέρο - Γόμπος

Εκεί όπου η Ιόνια Θάλασσα σμίγει με τη νοτιοδυτική άκρη της Πάλλης, σμιλεύει βραχώδες ακρωτήρι, το δυτικότατο του νησιού, «φοβερόν τοις ναυπόροις διά το αείποτε σχεδόν θυελλώδες της εκεί θαλάσσης», κατά Τσιτσέλη, το Cavo Gobbo ή Γερο – Γόμπο. Ο τόπος ασκεί γοητεία, επιβάλλει βαθιά επιθυμία απομόνωσης. Αναπόσπαστο κομμάτι του Γερο-Γόμπου, «καρδιά» του οργανικού περιβάλλοντος και συνυπεύθυνος στο γοήτευμα, ο φάρος, που υψώνεται αυστηρός, αυτεξούσιος, αυτάξιος. Το όνομα του ακρωτηρίου προέρχεται από το ότι ο τόπος, από όπου και αν ιδωθεί, δίνει στον παρατηρητή την εικόνα ράχης με κύρτωμα. Η καμπούρα, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ηλικιωμένων, έγινε αιτία να γεννηθεί το τοπωνύμιο: Γερο-Γόμπος. 

Ο από τα βορειοανατολικά βράχος δίπλα στο κύμα, αυτός που όσο κανείς άλλος μοιάζει με καμπουριασμένη ηλικιωμένη ράχη, είναι λευκός, γιατί είναι γεμάτος αγγρίφια ανάμεσα στα οποία φωλιάζει η αφράλα, κατά τους ντόπιους, το εναπομείναν. Το αλάτι, δηλαδή, των εξατμίσεων του θαλασσινού, ξεβρασμένου στο βράχο, νερού. Οι γεροντότεροι όμως ισχυρίζονται πως, όπως είχαν οι ίδιοι ακούσει, η ονομασία αυτή προήλθε από έναν καμπούρη γέρο που ασκήτευε σε γειτονική σπηλιά. Το ακρωτήρι Γερο – Γόμπος στη δυτικότερη απόληξη της χερσονήσου βρίσκεται μεταξύ της βραχώδους γλώσσας Κάβος ή Σχίζα με την καρφωμένη φωλιά της Μονής των Κηπουραίων και μεταξύ του ακρωτηρίου Σκίνου. Εκεί, το βάθος της θάλασσας κυμαίνεται μεταξύ 3 και 85 μέτρων. 

Βορειοανατολικά του Γερο-Γόμπου υπάρχει μία σπηλιά, δυσπρόσιτη και επικίνδυνη, γνωστή ως Δρακοντοσπηλιά, με αξιόλογους σταλακτίτες και σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Δυτικά υπάρχουν οι Κάμαρες, σπήλαιο με τρία φυσικά χωρίσματα σαν δωμάτια. Το χειμώνα η θάλασσα σκεπάζει όλο το κάτω μέρος με τα χαμηλά βράχια και τα τρώει, κάνοντάς τα αιχμηρότατα. Ο φάρος στην προνομιούχα άκρη αυτή της Κεφαλονιάς, που βρίσκεται σε πλάτος Β 38ο 10’ και 50’’ και μήκος Α 20ο 21’ και 30’’, εκπέμπει το πρώτο φως που αντικρίζει ο ναυτικός, καθώς μπαίνει στα χωρικά ύδατα ερχόμενος από τη Δύση. Καπετάνιοι Κεφαλονίτες διηγούνται πως, λίγο μετά αφού ξεχώριζαν το φως του Γερο-Γόμπου, έφθανε το άρωμα από τη θρούμπα, το θυμάρι και τη ρίγανη, αρχικά αδύναμο, για να ενταθεί λίγο αργότερα και μαζί με τις αισθήσεις, να διεγείρει και την ψυχή τους, μια και που όλα αυτά ήταν σημάδια γνώριμα της δικής τους πατρίδας. Το ακρωτήρι με το φάρο δεν έχει συνδεθεί ούτε σε νεραιδικά, ούτε με άλλες άυλες μορφές, ούτε και άκουσαν ποτέ οι κατά καιρούς κάτοικοί του σπαρακτικές κραυγές αδικοπνιγμένων, στοιχεία κοινά των περισσότερων άκρων με φάρους στον ελλαδικό, και όχι μόνο, χώρο. Δεν υπάρχουν στα νερά που ξεπλένουν τα βράχια στο Γέρο-Γόμπο τραγικά ναυάγια. Ούτε ομαδικοί τάφοι ή πράξεις απελπισμένων ερώτων, ούτε ίπτανται κατάρες. Το ημερολόγιο του φάρου παρουσίαζε μια ρουτινιάρικη επανάληψη καθημερινών ενεργειών. Ακόμα και αυτά τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής εναλλάσονταν χωρίς ιδιαιτερότητες. Η ανούσια επανάληψη, αυτή που δεν διαταράσσεται ποτέ και με τίποτα, επισφραγίζει τη γαλήνη στο πέτρινο κτίσμα στο πολυσχιδές δυτικό ακρωτήρι της Κεφαλονιάς. 

Μόνο στο υπό έκδοση έργο του εκπαιδευτικού – λαογράφου κ. Γεράσιμου Σωτ. Γαλανού «Λαογραφικά Παλλικής», ξεχωρίζουμε παράδοση σχετική με την περιοχή:

-«Εκεί κοντά στο φάρο του Γέρο-Γόμπου, σε κοψιά του τοπίου γουλοκατάληκτη, υπάρχουν τα Λαγκαδάκια, μικρή και ήρεμη παραλία, που το χειμώνα έδεναν τις βάρκες τους οι ψαράδες και το καλοκαίρι συναθροίζονταν οι ντόπιοι για το νερινό πάλεμα ενάντια στον καυτό ήλιο. Εκεί είχε βγει μια μεγάλη κάπαρη, σκαρφαλωμένη στο βράχο σαν φυτικός πολυέλαιος και μιλούσε με τον κάθε περαστικό. Έφτανε λοιπόν και ο μοναχικός φαροφύλακας για να της πει το βαρύ καημό του και αυτή του απαντούσε και τον συντρόφευε. Τούτη την ιστορία την είχαν καμάρι κρυφό στα χείλη πολλοί από την περιοχή. Σήμερα όμως που μήτε πια κάπαρη υπάρχει, μήτε φαροφύλακας, αλλάργεψε από τη μνήμη.» 

Μπορεί τις νύχτες του χειμώνα το απέραντο σκοτάδι του Ιονίου, συνεπικουρούμενο από τον παφλασμό των κυμάτων που ξεπλένουν τα βράχια και το σφύριγμα των ανέμων που ξυρίζουν τη βλάστηση κρατώντας τη χαμηλή, να αγρίευε την ψυχή των εγκατοίκων του φάρου. Όμως, το ξημέρωμα που φώτιζε τα γύρω γήινα ισιώματα και αναδείκνυε τον πλούτο των χρωματικών συνδυασμών, τα αγριολούλουδα και τα ζωντανά που παράτολμα ανεβοκατέβαιναν στους λοφίσκους με τους λιγοστούς βοσκότοπους του κάβου, δάμαζε και αναζωογωνούσε την ψυχή των φαροφυλάκων. 

Ως προς τη συντήρησή τους, όλοι οι πυρσοί μια φορά το χρόνο επιθεωρούνται από την Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ όλες τις υπόλοιπες ημέρες τα σημάδια της ανθρώπινης παρουσίας είναι ανύπαρκτα. Δυστυχώς, ο σύγχρονος ασύνορος κόσμος μας, με τη φοβερή βιομηχανική και ισοπεδωτική τυποποίηση και την κακώς εννοούμενη ανάπτυξη, δεν έχει ανάγκη την ανθρώπινη παρουσία, την οποία, άλλωστε, προσπάθησε και προσπαθεί όπου βρει πρόσφορο έδαφος να υποκαταστήσει. Τα δορυφορικά συστήματα παραγκώνισαν τα «φωτεινά μάτια στο σκοτάδι το θαλασσινό», κάνοντάς τα γραφικές, αγαπημένες φιγούρες ρομαντικών ποιητών. Τα πλοία σήμερα, θαλασσινές πάνοπλες τεχνολογικά πολιτείες, αντικρίζουν «τον φάρο τον περιαυγή» με αδιαφορία. Όμως, η ανεξάντλητη ελληνική παράδοση, σε όποια της μορφή και κατηγορία, με τη μοναδική ποιότητα και την αμίμητη αισθητική και ιστορική αξία την παγκοσμίως αναγνωρισμένη, είναι βαθιά ριζωμένη. Ως Έλληνες είμαστε φύσει αισιόδοξα άτομα και είναι σύνδρομος προς τον πολιτισμό μας η ευαισθησία. Δεν αποδεχόμαστε την καθίζηση και προσπαθούμε, από όπου είμαστε ταγμένοι, να προβάλλουμε τις προσωπικές μας αντιστάσεις. Οι πέτρινοι φάροι είναι μνημεία, σύνδεσμοι μεταξύ του σήμερα και του χθες. Αναγκαία σημεία για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε τόπου. Με δυο λόγια κειμήλια. 

Γι΄αυτό το λόγο, ατενίζοντας τον επίλογο και αυτής της δοκιμής, αποτελεί χρέος όλων μας, αλλά και του καθενός ξεχωριστά, να συνδράμουμε στη συντήρηση, αποκατάσταση και αναπαλαίωση όλων των ελληνικών φάρων για να παραδοθούν στις επόμενες γενιές ατόφιοι, δείγματα μιας ανεπανάληπτης εποχής μακράν της αυτοματοποιήσεως, αναπόσπαστα στοιχεία των θαλασσών της Ελλάδας, της ναυτικής μας παράδοσης και πειστήρια παρελθοντολογικής τεχνολογίας απόλυτα συζευγμένης με τη θάλασσα και τη ναυσιπλοία. 
Στο επόμενο ταξίδι ελπίζουμε να συνταξιδέψουμε και πάλι!

Πηγές πληροφοριακού υλικού:



    • Περιοδικό ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ (Ιούλιος 2004) – Άρθρο της κας. Ευρυδίκης Λειβαδά-Ντούκα

    • Περιοδικό ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ (Ιανουάριος 2010) – Αφιέρωμα στο φάρο του «Καβο – Μαλιά»

    • «Κατάπλωρα» (Οδηγός για το θαλάσσιο τουρισμό στις Κυκλάδες)


Πηγές φωτογραφικού υλικού:



    • naytilia.gr/photo gallery

    • KEΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ΚΑΡΑΒΟΛΑΤΡΕΣ



Επιμέλεια – Παρουσίαση: ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ΚΑΡΑΒΟΛΑΤΡΕΣ, Κώστας Σιμωτάς
Facebook Page: Kefalonites Karabolatres

 

 

Youtube Feed

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency