Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
14/04/2021

«Ο πόλεμος του Πικάσο»: Ένα βιβλίο για την περιπέτεια της «Γκουέρνικα»

Ο Ράσελ Μάρτιν ξετυλίγει την ιστορία γύρω από «το πιο ρωμαλέο καλλιτεχνικό δημιούργημα του αιώνα», αντλώντας υλικό όχι μόνο από τα χωράφια της τέχνης αλλά και της ιστορίας και της πολιτικής.

 «Τι θαρρείτε πως είναι ένας καλλιτέχνης;» αναρωτιόταν ο Πικάσο. Ένας ηλίθιος που έχει μάτια μόνο αν είναι ζωγράφος, αφτιά αν είναι μουσικός, μια λύρα σε κάθε γωνιά της καρδιάς του μόνο αν είναι ποιητής, ή μόνο μπράτσα αν είναι πυγμάχος; Κάθε άλλο: είναι ταυτόχρονα ένα πολιτικό ον που ευαισθητοποιείται διαρκώς από τα θλιβερά, τα παράφορα ή τα ευχάριστα που συμβαίνουν στον κόσμο και διαπλάθεται απόλυτα καθ’ ομοίωσή τους. Όχι, η ζωγραφική δεν είναι για να διακοσμεί διαμερίσματα. Είναι ένα εργαλείο πολέμου».

Σ’ αυτήν την τελευταία φράση χρωστάει ο Αμερικανός συγγραφέας και κινηματογραφιστής Ράσελ Μάρτιν τον τίτλο του συναρπαστικού βιβλίου του «Γκουέρνικα: Ο πόλεμος του Πικάσο» (μετ. Γ. Κασταναράς, εκδ. Γκοβόστη, 2005). Προικισμένος με αξιοζήλευτη αφηγηματική άνεση (βλ. και την «Κόμη του Μπετόβεν»), ο Μάρτιν παρακολουθεί βήμα προς βήμα τη δημιουργία και την υποδοχή της ομώνυμης τοιχογραφίας που θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα τέχνης του 20ού αιώνα, αντλώντας όμως υλικό όχι μόνο από τα χωράφια της τέχνης αλλά και της ιστορίας και της πολιτικής.

Την ώρα που ένα εκατομμύριο εργάτες ξεχύνονταν την Πρωτομαγιά στους δρόμους για να καταγγείλουν τη φασιστική αυτή επίθεση εναντίον αμάχων, ο Πικάσο αποσυρόταν στο ατελιέ του στην Αριστερή Όχθη για να σχεδιάσει τις πρώτες σπουδές της «Γκουέρνικα»: σπουδές ενός πεσμένου αλόγου που υπέφερε κι ενός ατρόμητου αλλά για μια στιγμή ανέκφραστου ταύρου.

Ξετυλίγοντας την περιπέτεια της «Γκουέρνικα», ο Μάρτιν έχει πάντα στον νου του και τη μοίρα της Γκερνίκα, όπως προφέρεται στην τοπική διάλεκτο η ιερή πόλη των Βάσκων που, τέτοιες μέρες πριν από 84 χρόνια, ισοπεδώθηκε κυριολεκτικά.

Οι αναφορές στον βίο και στο συγκεκριμένο έργο του Πικάσο συνυπάρχουν στο βιβλίο με συμπυκνωμένα χρονικά του ισπανικού εμφυλίου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και του αγώνα και των υπερβολών των Βάσκων αυτονομιστών. Οι απόψεις των διάσημων διανοουμένων και τεχνοκριτικών εναλλάσσονται με μαρτυρίες αμάχων πολιτών που επέζησαν της φρίκης. Και στο πανόραμα που στήνεται τελικά, συναντάμε από τον Φράνκο ως τον Αθνάρ, από τον Λόρκα ως τον Όργουελ και από τις ερωμένες του Πικάσο ως τον δικηγόρο του Ρολάν Ντιμά.

Η Γκερνίκα των 7000 κατοίκων υπήρξε η πρώτη πόλη που καταστράφηκε ολοσχερώς από αεροπορικό βομβαρδισμό – πριν από τη Δρέσδη, πριν από τη Χιροσίμα. Ο αφανισμός της από τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα –τη γερμανική λεγεώνα «Κόνδωρ»– στις 26 Απριλίου του 1937, κι ενώ ο εμφύλιος στην Ισπανία μαινόταν, φάνηκε σε απερίγραπτο βαθμό αποτρόπαιος.

Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν η κεντρική αγορά της πόλης έσφυζε από ζωή, συγκλόνισαν συθέμελα τον εκπατρισμένο στη Γαλλία Πάμπλο Πικάσο. Κι από την επόμενη μέρα κιόλας, ήξερε πως θ’ απαθανατίσει την καταστροφή στην τοιχογραφία που είχε ήδη δεσμευτεί να φιλοτεχνήσει για το περίπτερο της δημοκρατικής ισπανικής κυβέρνησης στην επικείμενη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.

Την ώρα που ένα εκατομμύριο εργάτες ξεχύνονταν την Πρωτομαγιά στους δρόμους για να καταγγείλουν τη φασιστική αυτή επίθεση εναντίον αμάχων, ο Πικάσο αποσυρόταν στο ατελιέ του στην Αριστερή Όχθη για να σχεδιάσει τις πρώτες σπουδές της «Γκουέρνικα»: σπουδές ενός πεσμένου αλόγου που υπέφερε κι ενός ατρόμητου αλλά για μια στιγμή ανέκφραστου ταύρου.

Ο μουσαμάς πάνω στον οποίο δούλευε ήταν τόσο μεγάλος, ώστε είχε αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει σκάλα και πινέλα στερεωμένα πάνω σε ξύλινα κοντάρια. Ίχνος όμως από αεροπλάνα, βόμβες ή κτίρια που κατέρρεαν δεν υπήρχε πάνω του.

Ο Πικάσο θα στεκόταν στη μεταφορική σημασία της καταστροφής. Επιστρατεύοντας μια εικαστική γλώσσα ριζωμένη στη βία, στον πόνο και το πάθος της ταυρομαχίας και χρησιμοποιώντας τις αποχρώσεις του άσπρου, του μαύρου και του γκρι, είχε μέσα σε λίγες βδομάδες ολοκληρώσει μια κραυγή αγανάκτησης και φρίκης, γιγαντωμένη από την ιδιοφυΐα του.

Ενώ όμως στον μουσαμά εκδήλωνε τη μεγάλη του συμπόνια για τις γυναίκες που υπέφεραν στον πόλεμο, η αγωνία των δύο γυναικών που τον αγαπούσαν –της Μαρί Τερέζ Βαλτέρ, για χάρη της οποίας είχε εγκαταλείψει τη σύζυγό του Όλγα, και της ερωμένης του Ντόρα Μάαρ– φαινόταν να τον αφήνει αδιάφορο. «Τους είχε προτείνει να λύσουν μόνες τους τις διαφορές του, καθώς ένας γυναικοκαβγάς θα τον διασκέδαζε ενώ θα ζωγράφιζε» γράφει ο Μάρτιν, επικαλούμενος μαρτυρία της επόμενης μούσας του Πικάσο, της Φρανσουάζ Ζιλό.

Ο Πικάσο είχε αφήσει πίσω του τη Βαρκελώνη από το 1904, χωρίς όμως να ζητήσει ποτέ τη γαλλική υπηκοότητα. Η ισπανική του συνείδηση, στο μεσοδιάστημα, είχε μάλλον τονωθεί. Σύμφωνα με τον Μάρτιν, το ενδιαφέρον του για την επιβίωση της δημοκρατίας στην πατρίδα του ήταν γνήσιο, κι ας μην είχε στηλιτεύσει δημόσια τη φασιστική ανταρσία τον Ιούλιο του ΄36, κι ας μην είχε ασχοληθεί με τη συγκέντρωση χρημάτων για την άμυνα της δημοκρατίας, όπως πολλοί φίλοι του.

Η περιφρόνηση, εν τούτοις, που έτρεφε ο Πικάσο για τον Φράνκο ήταν απροκάλυπτη έπειτα από τις σημαντικές καταστροφές που είχε υποστεί το μουσείο του Πράντο, όπου ο ίδιος ήταν επίτιμος διευθυντής, πόσο μάλλον μετά την επίθεση των στασιαστών στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Μάλαγα. Γι’ αυτό και η ανταπόκρισή του στο αίτημα να φιλοτεχνήσει ένα έργο για το ισπανικό περίπτερο ήταν άμεση. Κι ευτυχώς που, αν και απρόθυμα, αποδέχτηκε τα 150.000 φράγκα που του προσφέρθηκαν ως αντάλλαγμα για την «Γκουέρνικα». Τα σχετικά έγγραφα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιστροφή του πίνακα στην Ισπανία το 1981, από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης στο οποίο τον είχε εμπιστευτεί ο ζωγράφος το 1939, μέχρι ν’ αποκατασταθεί η δημοκρατία στην πατρίδα του.

Ανάμεσα στους πρώτους που αντίκρισαν το έργο ολοκληρωμένο ήταν ο Τζιακομέτι, ο Χένρι Μουρ, ο Ελιάρ, ο Μπρετόν και ο Μαξ Ερνστ. Την απόλυτη σιωπή και το σάστισμα διαδέχτηκαν δυνατά χειροκροτήματα.

Με το που παρουσιάστηκε, όμως, η τοιχογραφία στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, δίχασε σε τέτοιο βαθμό, που οι αρχές των δημοκρατικών δύσκολα έκρυβαν την απογοήτευσή τους. Ο Λουί Αραγκόν τους έψεξε για την συγκεκριμένη τους επιλογή επειδή της έλειπε η προπαγανδιστική αμεσότητα, ενώ ο Λε Κορμπιζιέ εξέφρασε ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για τον πίνακα «επειδή δεν ήταν ωραίος»… Αντίθετα, ο τεχνοκριτικός Κριστιάν Ζερβός τού υποκλίθηκε και ο υπερρεαλιστής ποιητής Μισέλ Λεϊρίς είδε ανάγλυφη πάνω του μια αρχαία τραγωδία.

Ως την Πρωτομαγιά του 1939 που η «Γκουέρνικα» κατέφρασε στη Νέα Υόρκη, είχε εκτεθεί σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, με πρωτοβουλίες προσωπικοτήτων όπως οι Ε.Μ Φόρστερ, Β. Γουλφ, Τ. Μαν, Ε. Χέμινγουέι, Λ. Χέλμαν και Α. Αϊνστάιν και στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανακούφιση των Ισπανών προσφύγων.

Τα πυρά εκ μέρους της συντηρητικής δεξιάς αλλά και της μαρξιστικής αριστεράς για την καλλιτεχνική αξία του πίνακα ήταν άφθονα. Πλάι όμως σ’ εκείνους που στηλίτευαν τις «δυσνόητες περιφράσεις» και την «κακοφωνία των ασύνδετων εικόνων» του Πικάσο, βρίσκονταν πάντα άλλοι τόσοι για να υμνήσουν «το πιο ρωμαλέο καλλιτεχνικό δημιούργημα του αιώνα». Όπως έγραψε ο ποιητής Στίβεν Σπένσερ, άρτι αφιχθείς από την πολιορκημένη Μαδρίτη, «όσοι χαρακτηρίζουν το έργο εκκεντρικό, μοιάζουν ν’ αγκομαχούν σαν να τους έχει τινάξει στον αέρα η έκρηξη μιας πανίσχυρης βόμβας».

Μέχρι να επιστρέψει η «Γκουέρνικα» στην Ισπανία («Ο πόλεμος τελείωσε» ήταν το σχετικό πρωτοσέλιδο της Ελ Παΐς) η αμφιθυμία είχε δώσει τη θέση της στην καθολική αποδοχή. Γιατί όμως να φιλοξενούνταν στο Εθνικό Μουσείο Βασίλισσα Σοφία της Μαδρίτης κι όχι στην Γκερνίκα; Πολλοί Βάσκοι εξακολουθούν να πιστεύουν, γράφει ο Μάρτιν, πως η θέση του θα έπρεπε να είναι στο Γκούγκενχάιμ του Μπιμπάο, είκοσι μόλις χιλιόμετρα από την ιστορική πόλη. Το γεγονός ότι δεν έχει καν εκτεθεί ο πίνακας εκεί, έστω και για λίγες μέρες, είναι γι’ αυτούς μια επιπλέον ανοιχτή πληγή.

Ο ίδιος ο Ράσελ Μάρτιν πρωταντίκρισε την «Γκουέρνικα» στα 16 του, στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής επίσκεψης στο ΜoΜΑ, το 1968. Για εκατομμύρια νέους τότε το αριστούργημα του Πικάσο συμβόλιζε περισσότερο τη βία που είχε ξεσπάσει σε βάρος των πολιτών του Βιετνάμ, παρά τον αφανισμό μιας βασκικής επαρχίας τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Εκείνος, ωστόσο, ήταν σε θέση να το «διαβάσει» με τα μάτια ενός Καταλανού καθηγητή του που είχε ζήσει τον εμφύλιο στο πετσί του, του Άνχελ Βιλάντα, στον οποίο αφιέρωσε τελικά το βιβλίο του.

Η δεύτερη –και καθοριστική, όπως αποδείχτηκε– φορά που στάθηκε απέναντι στο έργο ήταν στη Μαδρίτη πια, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, όταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού οι Δίδυμοι Πύργοι κατέρρεαν από ένα αποτρόπαιο τρομοκρατικό χτύπημα. Ο Πικάσο είχε δίκιο, θυμίζει ο Μάρτιν: «Οι πόλεμοι μπορεί να τελειώνουν, αλλά οι εχθροπραξίες διαρκούν παντοτινά». 

Πηγή: https://www.lifo.gr

Youtube Feed

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency