Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
20/03/2014

Για την Gilda

Ναι, η Gilda πήρε το όνομά της από την Rita Hayworth, στην ομώνυμη ασπρόμαυρη ταινία του 1946, με τον Glenn Ford. Ήταν λευκή, κατάλευκη με πλούσια γούνα, μπεζ μύτη και δυο γκρι/μπλέ γαλήνια και πανέξυπνα μάτια.
Μου ζήτησαν τα αφεντικά της να την κρατήσω, επειδή λόγω εργασίας θα άλλαζαν περιοχή και χρειάζονταν χρόνο μέχρι να εγκατασταθούν και να την ξαναπάρουν.

‘Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που θα είχα ένα ζωάκι στο σπίτι μου και δεν μπορούσα να εξηγήσω, ούτε να αποφύγω, ένα άγνωστο και απροσδιόριστο συναίσθημα που πηγαινοερχόταν μέσα μου.
Υπήρχε μια ανησυχία, αλλά και μια κρυφή χαρά που θα είχα αυτή την απρόσμενη γλυκιά συντροφιά, μια και σπούδαζα τότε πολύ μακριά από το σπίτι.
Μόλις άνοιξα την πόρτα του κλουβιού μεταφοράς της για να βγει, πετάχτηκε μονομιάς και εξαφανίστηκε σε ένα διαμέρισμα μόλις ενός δωματίου (!). Μάταια την αναζητούσα, φώναζα και έψαχνα ξανά και ξανά ντουλάπες, κάτω από το τραπέζι, καρέκλες, μέχρι και τα ντουλάπια κουζίνας άνοιξα, παρ όλο που δεν είχε ακουστεί κανένας θόρυβος από εκεί. Δεν υπήρχε πουθενά και είχα αρχίσει να αμφιβάλω, μήπως δεν είχα κλείσει την εξώπορτα του σπιτιού, πριν ανοίξω το κλουβί.
Και με είχαν προειδοποιήσει τα αφεντικά της, για ξαφνικές και απότομες αντιδράσεις, καθώς επίσης μου είχαν τονίσει ότι επειδή ήταν μεγαλωμένη μέσα στο σπίτι, ο έξω κόσμος θα ήταν ένα εντελώς άγνωστο τοπίο γι αυτήν, που δεν θα ήθελαν να το ρισκάρουν.
Μετά από αρκετή ώρα και ενώ σήκωνα και ξαναάφηνα το ακουστικό του τηλεφώνου στην θέση του - τι να τους έλεγα – τους πήρα τελικά ομολογώντας «Έχασα την Gilda !». Τότε αυτοί γέλασαν και μου είπαν, « Σου έχει κρυφτεί, κι όταν ακούσει ησυχία, θα βγει !»
Μα που θα μπορούσε να είχε κρυφτεί, δεν υπήρχε κάποιο τέτοιο μέρος εκεί μέσα !
Πήγα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, …και τότε την είδα μέσα από τον καθρέφτη, και πίσω μου, ακίνητη και καλά κρυμμένη ανάμεσα στο ντουλάπι και τον τοίχο, να έχει γίνει ένα με τα άσπρα πλακάκια του μπάνιου!
Μυστήριο το πώς εντόπισε εκείνη την κρυψώνα, σε ένα σπίτι που μόλις είχε πρωτομπεί !
Και η κυρία μας δεν έβγαινε από εκεί παρ όλες τις παραινέσεις και τις δελεαστικές εναλλάξ προσφορές, φαγητού – παιγνιδιού.
Βγήκε από εκεί, μόνο όταν νύχτωσε και δεν είχε απομείνει πια κανένα φως ανοικτό, παρά μονάχα το πορτατιφ, δίπλα στο κρεβάτι μου.
Οι μήνες που περάσαμε μαζί με την Gilda είναι αξέχαστοι, ξεχωριστοί, ανεπανάληπτοι. Για πρώτη φορά στην ζωή μου συνειδητοποιούσα ότι ένα ζωάκι, μια γάτα, όχι μόνο ήξερε, αλλά και προέβλεπε την κάθε μου κίνηση, την κάθε μου σκέψη.
Ότι η επικοινωνία της μαζί μου ήταν τόσο αρμονική, χωρίς να υπάρχουν καν λόγια !
Καμία παρεξήγηση ή παρερμηνεία, καμία σύγκρουση ή στενοχώρια.
Ίσα-ίσα μάλιστα, κάθε φορά που γύριζα στο σπίτι και την έβλεπα να με περιμένει, όποιο φορτίο και αν με βάραινε, εκμηδενιζόταν μπροστά σε ένα της νιαούρισμα.
Ήταν μια καθημερινή έκπληξη η ζωή της, στην ζωή μου.
Τι να πρωτοθυμηθώ, το πρωινά που έσπρωχνε απαλά με το ποδαράκι της την πόρτα της ντουλάπας, καθώς ετοιμαζόμουν, και με ένα κοφτό σιγανό νιαούρισμα παραπονιόταν ξεκάθαρα
– Πάλι φεύγεις, που πας, μόνη μου θα με αφήσεις ;
Το απόγευμα πάλι, με περίμενε στο παράθυρο, και όταν με εντόπιζε άλλαζε κατεύθυνση το βλέμμα της, γυρίζοντας και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, κάνοντας πως δεν με βλέπει, νιαουρίζοντας κοφτά και δυνατά :
– Επιτέλους μας θυμήθηκες, δεν πολυσκοτίζομαι βέβαια, που με άφησες μόνη όλη μέρα, αλλά συντόμευε τώρα και μην καθυστερείς, μην καθυστερείς, λέω !
…και από το παράθυρο πεταγόταν αμέσως στην πόρτα, ώστε με το γύρισμα του κλειδιού να είναι ήδη στα πόδια μου, φωνάζοντας τώρα ακόμα πιο δυνατά:
– Που ήσουνα, μην ξαναφύγεις και με ξαναφήσεις, ξεροστάλιασα να περιμένω στο παράθυρο, και μην αρχίζεις πάλι πως έγινε έτσι η κουρτίνα, έπρεπε να περάσω και εγώ την ώρα μου, έτσι που ήταν μονοκόμματη δεν έβλεπα έξω, τώρα όμως μέσα από τις λωρίδες κάτι γίνεται, ούφ ! ησύχασα επιτέλους, και μου άνοιξε κι η όρεξη, γουλιά νερό δεν κατέβαινε μέχρι τώρα κάτω !
Το βράδυ που διάβαζα στο κρεβάτι, η Gilda ερχόταν δοκιμάζοντας τα όριά της στα δικά μου, κι αν και ήξερε ότι δεν της επιτρεπόταν να ανεβαίνει επάνω, ερχόταν ανιχνευτικά, με ύφος «μήπως και δεν ισχύει το απαγορευτικό σήμερα ή μήπως να το ξεχάσουμε», και ενώ είχε κατεύθυνση προς αυτό, όταν άκουγε το απαγορευτικό «όχι», άλλαζε κατεύθυνση και συνέχιζε κορδωτή – κορδωτή, αλλά και με στυλ, του τύπου
–Σιγά που θα ερχόμουν στο κρεβάτι σου, εγώ γι αλλού πήγαινα
…. και σαν να μην συνέβαινε τίποτα, άλλαζε πορεία προς άλλο σημείο του δωματίου.
Κοιμόταν στο δικό της κρεβάτι της, και όσες φορές κι αν προσπάθησα να της αλλάξω θέση, αυτή συνέχιζε να έρχεται στο ίδιο σημείο που της εξασφάλιζε οπτική επαφή μαζί μου.
Ακόμη και στο μπαλκόνι όταν έβγαινε και απολάμβανε τον ήλιο ή χάζευε τον κήπο κάτω, ο νους και το μάτι της ήταν μέσα, ενώ σε κλάσμα δευτερολέπτου ήταν δίπλα μου, όταν ένιωθε ότι κάνω κάτι διαφορετικό, από την μονότονη ρουτίνα του διαβάσματος.
Κι ο ύπνος της ήταν σαν του μωρού, με όνειρα και εφιάλτες, κι άλλοτε σιγόκλαιγε κι άλλοτε αναστέναζε με ανακούφιση.
Και ήρθε η μέρα, που δεν είχα - ή δεν ήθελα να είχα - φανταστεί πως θα ερχόταν, που τα αφεντικά της πια ήταν έτοιμα και θα την ξανάπαιρναν κοντά τους.
Και να ‘μαστε οι δυο μας, αυτή κι εγώ, στο αεροδρόμιο.
Αυτή στο ροζ κλουβί της, την ροζ κουβέρτα και το γκρι πάνινο ποντίκι της, να με κοιτάει και να κλαίει άλλοτε φοβισμένη κι άλλοτε εκνευρισμένη, κι εγώ απολογούμενα και καταστενοχωρημένα, με συναισθήματα πρωτόγνωρα και αναπάντεχα να συνειδητοποιώ ότι όσο κι αν προσπαθώ, αδυνατώ να της εξηγήσω το πως και το γιατί, το να μην ανησυχεί και ότι γυρίζει σ’ αυτούς που την αγαπούν, την περιμένουν, όσο κι αν στοίχιζε αυτό σε μένα !
Ναι, συνειδητοποιούσα εκείνη την στιγμή πως αυτό το πλασματάκι, που είχε μπει στην ζωή μου τόσο αναπάντεχα και μου είχε εκφράσει και πει τόσα πολλά - κι ας μην είχε αρθρώσει ούτε κουβέντα - εγώ, αν και ομιλών ον, δεν μπορούσα να το καθησυχάσω, να το παρηγορήσω.
Θυμάμαι στο αεροδρόμιο, όλοι έσπευδαν να μας εξυπηρετήσουν, σαν να φοβόντουσαν μήπως το μετανιώσουμε και ματαιώσουμε αυτόν τον αποχωρισμό, και μας περιέβαλαν με βλέμματα και λόγια συμπάθειας, αλλά και θαυμασμού προς την μικρή και γλυκιά μας κυριούλα.
Το σπίτι άδειο, στην επιστροφή. Η μόνη θετική σκέψη ήταν ότι η Gilda εκεί θα ζούσε έξω στη φύση, μια και ήταν εξοχή, και ότι θα πήγαινα να την έβλεπα στις διακοπές.
Έτσι, το καλοκαίρι που τέλειωσαν τα μαθήματα, πήγα και βρήκα μια Gilda αγνώριστη, με άλλο αέρα, τολμηρή, ανήσυχη και φιλοπερίεργη, δυναμική και ανεξάρτητη. Ήρθε κοντά μου, με αναγνώρισε με χάδια και νιαουρίσματα και έτρεξε αμέσως να μου συστήσει τις φίλες της. Όσες μέρες έμεινα εκεί την χάρηκα να τρέχει στο δάσος, να σκαρφαλώνει στα δέντρα, να κρύβεται στους θάμνους.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδα την Gilda.
«H Gilda μας αρρώστησε από λευχαιμία και πέθανε το φθινόπωρο…»
μου αποκάλυψε τελικά η Ελένη με αναφιλητά και δυσκολία, καθώς της περιέγραφα με ανυποψίαστη χαρά την αδημονία μου να την ξαναγκαλιάσω, εκείνες τις διακοπές των Χριστουγέννων..
Ναι, οι μήνες που περάσαμε με την Gilda θα μείνουν πάντα αξέχαστοι, ξεχωριστοί, κι ανεπανάληπτοι ! Όπως κάθε πολύτιμος μικρός θησαυρός στην ζωή μας…!

Έκθεση εικόνων

Youtube Feed

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency